ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ

Ως ηλεκτρισμός, κατά την επικρατήσασα άποψη, θεωρείται η ροή ηλεκτρονίων μέσω αγωγών.

Η θεωρία αυτή βεβαίως δεν μπορεί να ευσταθεί διότι:

    • Σύμφωνα με την πυρηνική χημεία, κατά την εκπομπή σωματίων α ή β ( τα σωμάτια α είναι πυρήνες ήλιου και αποτελούνται από δύο πρωτόνια και δύο νετρόνια και τα σωμάτια β είναι ηλεκτρόνια) δημιουργείται νέο στοιχείο, δηλαδή προκύπτει το φαινόμενο της μεταστοιχείωσης ή άλλως το φαινόμενο της διάσπασης του ατόμου, ενώ από την ηλεκτρολογία γνωρίζουμε ότι το φαινόμενο αυτό δεν παρουσιάζεται στις γεννήτριες παραγωγής ηλεκτρισμού κατά την λειτουργία τους. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν αδύνατη η λειτουργία τους και η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, διότι η ροή των ηλεκτρονίων μέσω των αγωγών θα προκαλούσε έκρηξη στους ίδιους τους αγωγούς των γεννητριών, τα άτομα των οποίων σύμφωνα με την ανωτέρω θεωρία σε μια δεδομένη χρονική στιγμή αποβάλλουν μέρος των ηλεκτρονίων τους.
    • Δεν εξηγείται το φυσικό φαινόμενο της φόρτισης των νεφών με αρνητικό ή θετικό ηλεκτρισμό. Πώς και γιατί τα σύννεφα αποκτούν θετικό ή αρνητικό ηλεκτρισμό; Εφόσον όμως δεχθούμε ότι αυτά φορτίζονται, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι αποφορτίζονται άλλα στοιχεία στην φύση. Μέχρι σήμερα τουλάχιστον δεν έχει διαπιστωθεί το φαινόμενο αυτό.
    • Δεν εξηγείται το φαινόμενο της πτώσεως των κεραυνών στο έδαφος της Γης.
    • Πώς επέρχεται η μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας και κατά συνέπεια των ηλεκτρονίων σε κινητική, θερμική και φωτιστική ενέργεια;
    • Στις γεννήτριες ηλεκτρικής ενέργειας, πώς επέρχεται η αναπλήρωση των ηλεκτρονίων λόγω απωλειών, δεδομένου ότι μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας λόγω εσωτερικής αντίστασης των αγωγών των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών κυκλωμάτων μετατρέπεται σε θερμότητα, κινητική ενέργεια και φωτισμό;
    • Πώς λόγω απωλειών ηλεκτρικής ενέργειας, που συνεπάγεται διαρροή ηλεκτρονίων, δεν επέρχεται διάσπαση στα άτομα των στοιχείων της γεννήτριας π.χ. αγωγοί των τυλιγμάτων;
    • Στους μετασχηματιστές πώς επιτυγχάνεται η υπερπήδηση των ηλεκτρονίων από το πρωτεύον στο δευτερεύον πηνίο;
    • Εφόσον ως ηλεκτρισμός θεωρείται η ροή ηλεκτρονίων μέσω των αγωγών, θα έπρεπε να έχουμε μόνον αρνητικό ηλεκτρισμό και όχι θετικό και αρνητικό, δεδομένου ότι τα ηλεκτρόνια φέρουν αρνητικό φορτίο (νέφη φορτισμένα θετικά και νέφη φορτισμένα αρνητικά).
    • Δεν εξηγείται το φυσικό φαινόμενο της φόρτισης των νεφών με θετικό ή αρνητικό ηλεκτρισμό. Ποιοι παράγοντες συντελούν στην φόρτιση των νεφών με θετικό και ποιοι με αρνητικό ηλεκτρισμό;

     

    Επίσης δεν δικαιολογείται η πτώση των κεραυνών στο έδαφος από την ηλεκτρική κένωση των θετικά και αρνητικά φορτισμένων νεφών, η οποία επέρχεται εξαιτίας της επαφής τους, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, μετά την επαφή τους τα θετικά και αρνητικά φορτισμένα νέφη περιέρχονται σε ουδέτερη κατάσταση. Η πτώση των κεραυνών στο έδαφος δεν δικαιολογείται, διότι, σύμφωνα με την επικρατήσασα θεωρία, κατά την επαφή των νεφών, τα πλεονάζοντα ηλεκτρόνια των αρνητικά ηλεκτρισμένων νεφών προσλαμβάνονται από τα θετικά ηλεκτρισμένα νέφη, που θεωρείται ότι έχουν απωλέσει ηλεκτρόνια και κατ’ αυτόν τον τρόπο και τα αρνητικά ηλεκτρισμένα νέφη και τα θετικά, περιέρχονται σε ουδέτερη κατάσταση. Κατά συνέπεια, δεν δικαιολογείται η πτώση ηλεκτρικής ενέργειας υπό μορφή κεραυνών στο έδαφος

    Αναφέρθηκε παραπάνω για ποιους λόγους ο ηλεκτρισμός δεν είναι δυνατόν να θεωρείται ως ροή ηλεκτρονίων μέσω αγωγών.
          Ηλεκτρισμός είναι η ροή μέσω αγωγών της επί πλέον ενέργειας την οποία υπό ορισμένες προϋποθέσεις διαθέτουν ορισμένα στοιχεία και αποβάλλουν κατά την περιέλευσή τους εξαιτίας της μετακινήσεώς τους σε νέα θέση ισορροπίας σε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο ή στο περιβάλλον, ή η αποβολή ενέργειας από ορισμένα στοιχεία λόγω βιαίας μεταβολής της έντασης του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου της Γης από οποιαδήποτε αιτία σε ορισμένο τόπο και χρόνο.
          Βεβαίως δεν θεωρείται ηλεκτρισμός η απώλεια της επί πλέον ενέργειας των στοιχείων την οποία φέρουν λόγω θέρμανσής τους σε οποιαδήποτε πηγή θερμικής ενέργειας π.χ. λόγω θέρμανσής τους στην πυρά, σε ηλεκτρική πηγή θερμικής ενέργειας ή εξαιτίας της ηλιακής ενέργειας κατά την διάρκεια της ημέρας και η απώλειά της από τα στοιχεία της φύσης κατά τις απογευματινές ώρες και κατά την διάρκεια της νύχτας, δεδομένου ότι η απώλεια της επί πλέον αυτής ενέργειας πραγματοποιείται με πολύ βραδύ ρυθμό.
          Ως ηλεκτρισμός θεωρείται η απώλεια της επί πλέον ενέργειας την οποία φέρουν τα στοιχεία και βρίσκονται σε δυναμική κατάσταση, όταν αυτή συνοδεύεται από τα εξής χαρακτηριστικά μεγέθη:
          1) Ταχύτητα κίνησης της ενέργειας, η οποία είναι γνωστή ως τάση υπερπήδησης του ηλεκτρικού φορτίου και ονομάζεται τάση (V).
          2) Ποσότητα μετακινούμενης ενέργειας, η οποία είναι γνωστή ως ηλεκτρικό φορτίο και ονομάζεται ένταση του ηλεκτρισμού (Ι) και
          3) Διευθυνόμενη κατεύθυνση ροής της ενέργειας μέσω αγωγών στην περίπτωση της ελεγχόμενης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

    Για την επίτευξη όμως όλων των ανωτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη θετικού και αρνητικού πόλου ( + και - ).
         Όπως είχε προαναφερθεί, αγωγός ευρισκόμενος εντός ηλεκτρομαγνητικού πεδίου αναπτύσσει ηλεκτρεγερτική δύναμη.
          Είχε επίσης προαναφερθεί ότι, η Γη περιβάλλεται από ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και ότι, εξαιτίας της περιφοράς της γύρω από τον Ήλιο και της περιφοράς της Σελήνης γύρω από την Γη, η Γη εμφανίζεται ως ηλεκτρομαγνητικό δίπολο. Αναφέρθηκε εξάλλου ότι, οι μεταβολές στην ένταση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου σε ορισμένο τόπο και χρόνο προκαλούν την εμφάνιση των κεραυνών, δηλαδή τις ηλεκτρικές κενώσεις υψηλών ηλεκτρικών φορτίων.
          Στις γεννήτριες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας επιτυγχάνουμε μαγνητικό πεδίο ίδιο με αυτό του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου της Γης, σταθερής όμως εντάσεως, με την τοποθέτηση των μαγνητικών ή ηλεκτρομαγνητικών πόλων ( βόρειου και νότιου ). Την θέση του αιωρούμενου στοιχείου καταλαμβάνει ο αγωγός, ο οποίος, περιστρεφόμενος με την βοήθεια μηχανικής κινήσεως, διέρχεται εναλλάξ από τον βόρειο και από τον νότιο πόλο της γεννήτριας.

          Στην προκειμένη περίπτωση ο αγωγός, ευρισκόμενος εντός του μαγνητικού ή ηλεκτρομαγνητικού (όταν χρησιμοποιούνται ηλεκτρομαγνήτες) πεδίου του πόλου, αναπτύσσει ηλεκτρεγερτική δύναμη. Στην πραγματικότητα ο αγωγός, όταν περιστρεφόμενος εισέρχεται στο μαγνητικό ή ηλεκτρομαγνητικό πεδίο του πόλου, αποβάλλει μέρος της ενέργειας την οποία κατείχε ευρισκόμενος στο κενό διάστημα μεταξύ των πόλων, δηλαδή σε συνθήκες του περιβάλλοντος και απορροφά ενέργεια στο τμήμα του που βρίσκεται στον άλλο (αντίθετο) μαγνητικό ή ηλεκτρομαγνητικό πόλο της γεννήτριας, ανάλογα εάν πρόκειται για μαγνητικό ή ηλεκτρομαγνητικό πόλο. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο η γεννήτρια παρουσιάζεται με θετικό και με αρνητικό πόλο. Στη συνέχεια ο αγωγός περιστρεφόμενος διέρχεται δια του κενού διαστήματος μεταξύ των πόλων, οπότε απορροφά από το περιβάλλον ενέργεια και περιέρχεται σε κατάσταση ισορροπίας. Μετά το κενό διάστημα δια της περιστροφής επανέρχεται στην προηγούμενη θέση στα μαγνητικά ή ηλεκτρομαγνητικά πεδία των πόλων, οπότε επαναλαμβάνονται τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των ηλεκτρικών γεννητριών.
          Με τις ηλεκτρικές γεννήτριες, με την βοήθεια εξωτερικής μηχανικής περιστροφικής δύναμης, επιτυγχάνεται η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δια της εναλλάξ διέλευσης των αγωγών από τα μαγνητικά ή ηλεκτρομαγνητικά πεδία των πόλων. Με τους ηλεκτρικούς συσσωρευτές, σε αντίθεση με τις ηλεκτρικές γεννήτριες, παρέχεται η δυνατότητα αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αποδίδεται από αυτούς όποτε παραστεί ανάγκη χρησιμοποίησής της. Και εδώ η αποθήκευση της ηλεκτρικής ενέργειας βασίζεται στην δυνατότητα ορισμένων στοιχείων να περιέρχονται σε ανισορροπία προς το φυσικό περιβάλλον με την αποθήκευση ενέργειας μέσω χημικών αντιδράσεων και με την βοήθεια καταλυτών, προερχόμενη από εξωτερική πηγή παραγωγής ενέργειας. Οι ηλεκτρικοί συσσωρευτές έχουν την δυνατότητα κατακράτησης της αποθηκευμένης σ’ αυτούς και διαθέσιμης προς κατανάλωση ενέργειας, η οποία και μπορεί να χρησιμοποιηθεί όποτε παραστεί ανάγκη. Και στους συσσωρευτές υπάρχουν θετικοί και αρνητικοί πόλοι, που σημαίνει ότι στα θετικά στοιχεία του συσσωρευτή αποθηκεύεται ενέργεια θετική, ενώ από τα αρνητικά στοιχεία απορροφάται ενέργεια επίσης δια των χημικών αντιδράσεων. Η ύπαρξη θετικών και αρνητικών πόλων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποθήκευση και χρησιμοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Στους συσσωρευτές μολύβδου π.χ., η εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στους πόλους με την βοήθεια εξωτερικής πηγής ηλεκτρικής ενέργειας συντελεί ώστε, ο θειϊκός μόλυβδος στις θετικές πλάκες με την βοήθεια του ηλεκτρολύτη να μετατραπεί σε υπεροξείδιο του μολύβδου, ενώ στις αρνητικές πλάκες σε καθαρό μόλυβδο. Στην πραγματικότητα ο θειϊκός μόλυβδος ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας στο φυσικό περιβάλλον, με την εισαγωγή και αποθήκευση  ηλεκτρικής ενέργειας δια των χημικών ενώσεων περιέρχεται σε κατάσταση ανισορροπίας, μετατρεπόμενος στις θετικές πλάκες σε υπεροξείδιο του μολύβδου και στις αρνητικές πλάκες σε καθαρό μόλυβδο.

    Η ανισορροπία αυτή των στοιχείων των συσσωρευτών προς το φυσικό περιβάλλον όταν αυτά έχουν αποθηκευμένη και διαθέσιμη προς κατανάλωση ηλεκτρική ενέργεια, συνεπάγεται βάσει της φυσικής αρχής ενεργειακής ισορροπίας των στοιχείων στην φύση τάση αυτών περιέλευσής τους σε κατάσταση ισορροπίας. Η τάση αυτή έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την απώλεια της αποθηκευμένης και διαθέσιμης ηλεκτρικής ενέργειας προς κατανάλωση των συσσωρευτών και την καταστροφή τους, εφόσον δεν χρησιμοποιηθούν μέσα στα καθοριζόμενα από τον κατασκευαστή χρονικά περιθώρια τα οποία είναι και τα ανώτατα δυνατά όρια συγκράτησης της ηλεκτρικής ενέργειας βάσει της φυσικής αρχής ενεργειακής ισορροπίας των στοιχείων στο περιβάλλον.

    ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΜΑΓΝΗΤΙΚΟΥ Ή ΤΕΧΝΗΤΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ
        

    1. Οι μαγνήτες ή ηλεκτρομαγνήτες δεν είναι στοιχεία (σώματα) ευρισκόμενα σε δυναμική κατάσταση, αλλά στοιχεία ευρισκόμενα σε κατάσταση ανισορροπίας προς το φυσικό περιβάλλον, εμπεριέχοντα επί πλέον ενέργεια της απαιτουμένης προς ισορροπία στο φυσικό περιβάλλον, ή έχοντα ενέργεια μικρότερη της απαιτουμένης προς ισορροπία σ’ αυτό και για τον λόγο αυτό έλκουν μόνον στοιχεία με τα οποία, εφόσον έλθουν σε επαφή, περιέρχονται σε κατάσταση ισορροπίας, ενώ το ηλεκτροδυναμικό πεδίο έλκει όλα τα στοιχεία της φύσης.
      1. Το μαγνητικό ή ηλεκτρομαγνητικό πεδίο χαρακτηρίζεται από την έγκλειστη ενέργεια, ενώ το ηλεκτροδυναμικό πεδίο χαρακτηρίζεται από την κυκλοφορούμενη ενέργεια. Οι μπαταρίες διακρίνονται για την έγκλειστη ενέργεια υπό μορφή χημικών ενώσεων και για τον λόγο αυτό δεν ευρίσκονται σε δυναμική κατάσταση
      2. Η ανάπτυξη του ηλεκτροδυναμικού πεδίου προϋποθέτει εσωτερική θερμοκρασία του στοιχείου ή σώματος διαφορετική από αυτή της επιφανείας του, σε αντίθεση με την εμφάνιση του μαγνητικού ή ηλεκτρομαγνητικού πεδίου, από τα οποία, το μεν πρώτο εμφανίζεται εξαιτίας της ανισορροπίας του στοιχείου στο φυσικό περιβάλλον, το δε δεύτερο εξαιτίας της ροής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του αγωγού του πηνίου.

       

       

       

     

     


 
 
 
 
 

C

Copyright © 2006 Νικόλαος Μόλης       E-mail: molis.nikos@yahoo.gr

Web Design and Hosting by CyberTech